Μετάφραση του περιφρόνηση στα αγγλικά:

περιφρόνηση

contempt

ουσιαστικό θηλυκού γένους

  • 1

    contempt
  • 2

    (αδιαφορία)
    disregard
  • 3

    (αψηφισιά)
    defiance
  • 4

    (προσβλητική)
    disdain